Υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικά ειρωνικό στο ότι ο άνθρωπος ένα ον που υποτίθεται εξελίχθηκε για επιβίωση έχει την εκπληκτική ικανότητα να επιλέγει συναισθηματικά ακριβώς αυτό που τον πονάει περισσότερο. Δεν ερωτευόμαστε απλώς· ερωτευόμαστε συχνά τον λάθος άνθρωπο, τον απρόσιτο, τον ήδη δεσμευμένο, τον emotionally unavailable, τον “δεν είμαι έτοιμος για κάτι σοβαρό αλλά στείλε μου 2 το βράδυ”.
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί πονάμε.
Η ερώτηση όμως δεν είναι τόσο “γιατί μας συμβαίνει”, αλλά γιατί επιμένουμε σε αυτό. Γιατί το επαναλαμβάνουμε με την ακρίβεια ρολογιού που έχει κολλήσει στο ίδιο λεπτό.
Ας το δούμε λίγο πιο ωμά: δεν ερωτευόμαστε πάντα το άτομο. Ερωτευόμαστε την ιδέα. Και η ιδέα είναι ασφαλής όσο παράλογο κι αν ακούγεται.
1. Ο απρόσιτος άνθρωπος είναι η τέλεια φαντασίωση
Όταν κάποιος δεν είναι διαθέσιμος, έχουμε το τέλειο blank canvas. Δεν χρειάζεται να τον γνωρίσουμε πραγματικά. Δεν χρειάζεται να δούμε τις ατέλειές του, τις κακές του συνήθειες, τον τρόπο που απαντάει με “ok” μετά από paragraph.
Μπορούμε να προβάλουμε πάνω του ό,τι θέλουμε.
Στην ψυχολογία αυτό αγγίζει την έννοια της ιδεατοποίησης. Ο εγκέφαλος συμπληρώνει τα κενά με βάση τις ανάγκες μας. Αν χρειάζεσαι φροντίδα, τον βλέπεις ως φροντιστικό. Αν χρειάζεσαι ένταση, τον βλέπεις ως παθιασμένο. Αν χρειάζεσαι δράμα… συγχαρητήρια, βρήκες jackpot.
Το πρόβλημα; Δεν ερωτεύεσαι εκείνον. Ερωτεύεσαι την εκδοχή που δημιούργησες.
Και επειδή δεν μπορείς να την επιβεβαιώσεις στην πραγματικότητα, η φαντασία παραμένει ανέπαφη. Δεν καταρρέει. Δεν απογοητεύει. Απλώς πονάει αλλά με έναν περίεργα “όμορφο” τρόπο.
2. Το τραύμα αγαπάει την επανάληψη (και όχι, δεν είναι ρομαντικό)
Αν μεγαλώσαμε με αγάπη που δεν ήταν σταθερή λίγο ζεστό, λίγο κρύο, λίγο “σε θέλω”, λίγο “εξαφανίζομαι” τότε ο εγκέφαλος μας το μαθαίνει ως “κανονικό”.
Αυτό συνδέεται με τα attachment styles, κυρίως το αγχώδες και το αποφεύγον. Το άτομο με αγχώδη προσκόλληση θα κυνηγήσει αυτόν που δεν είναι διαθέσιμος. Όχι επειδή του αρέσει ο πόνος (αν και καμιά φορά μοιάζει έτσι), αλλά επειδή εκεί μέσα αναπαράγει το γνώριμο μοτίβο.
Είναι σαν να λέει το υποσυνείδητο:
“Α, αυτό το rollercoaster το ξέρω. Μπορεί να με σκοτώνει, αλλά τουλάχιστον ξέρω πώς λειτουργεί.”
Και κάπως έτσι, μπλέκουμε σε σχέσεις που δεν είναι σχέσεις, αλλά ένα endless loop προσδοκίας και απογοήτευσης.
3. Η ψευδαίσθηση του “αν με διαλέξει, αξίζω”
Εδώ αρχίζει το juicy κομμάτι.
Όταν κάποιος είναι δύσκολος, απρόσιτος ή ασταθής, γίνεται challenge. Και αν τελικά σε “επιλέξει”; Αυτό μεταφράζεται εσωτερικά ως επιβεβαίωση αξίας.
Δεν είναι απλά “με θέλει”. Είναι:
“Με θέλει παρόλοπου δεν θέλει κανέναν.”
Αυτό αγγίζει βαθιά θέματα αυτοεκτίμησης. Αν μέσα σου υπάρχει μια φωνή που λέει “δεν είμαι αρκετή/ός”, τότε η επιλογή από έναν δύσκολο άνθρωπο λειτουργεί σαν απόδειξη του αντίθετου.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα:
αν κάποιος είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμος, δεν θα αλλάξει επειδή εσύ τον αγάπησες σωστά.
Δεν είναι escape room. Δεν υπάρχει hidden clue που θα ξεκλειδώσει την καρδιά του.
4. Το δράμα είναι εθιστικό (ναι, χημικά)
Ο εγκέφαλος δεν είναι τόσο ρομαντικός όσο νομίζουμε. Είναι βιοχημικός.
Οι σχέσεις με ένταση, αβεβαιότητα και “θα απαντήσει; δεν θα απαντήσει;” ενεργοποιούν ντοπαμίνη. Το reward system μπαίνει σε λειτουργία όπως σε τζόγο.
Δεν ξέρεις πότε θα πάρεις ανταπόκριση και αυτό σε κρατάει hooked.
Είναι το ίδιο μοτίβο με το να τραβάς μοχλό σε κουλοχέρη:
Ίσως αυτή τη φορά…
Και κάθε μικρή ανταπόκριση (ένα μήνυμα, ένα βλέμμα, ένα “μου λείπεις”) λειτουργεί σαν reinforcement. Σε κρατάει μέσα στο παιχνίδι.
Spoiler: το παιχνίδι είναι στημένο.
5. Η ασφάλεια του ανεκπλήρωτου
Εδώ είναι το πιο ύπουλο σημείο.
Όταν ερωτεύεσαι κάποιον που δεν μπορείς να έχεις, στην πραγματικότητα αποφεύγεις την αληθινή οικειότητα. Γιατί η πραγματική σχέση σημαίνει:
- να σε δουν όπως είσαι
- να εκτεθείς
- να ρισκάρεις απόρριψη
- να μείνεις
Το ανεκπλήρωτο σε προστατεύει από όλα αυτά.
Μπορείς να πονάς, αλλά δεν χρειάζεται να εκτεθείς πλήρως. Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσεις την πιθανότητα να σε αγαπήσουν και… να πρέπει να μείνεις εκεί.
Γιατί ναι, η αγάπη δεν είναι μόνο ρίσκο απώλειας. Είναι και ρίσκο παραμονής.
6. Το “θα αλλάξει” είναι το πιο επικίνδυνο αφήγημα
Αν υπήρχε βραβείο για τη μεγαλύτερη αυταπάτη στις σχέσεις, αυτό θα έπαιρνε χρυσό.
Το “θα αλλάξει”.
Δεν θα αλλάξει επειδή τον αγαπάς.
Δεν θα αλλάξει επειδή είσαι υπομονετική.
Δεν θα αλλάξει επειδή του έδειξες τι σημαίνει πραγματική σύνδεση.
Οι άνθρωποι αλλάζουν όταν θέλουν, όχι όταν τους αγαπούν σωστά.
Και το να επενδύεις σε κάποιον με βάση το potential του, αντί για το ποιος είναι τώρα, είναι σαν να αγοράζεις σπίτι μόνο από τα αρχιτεκτονικά σχέδια.
Καλή τύχη να μείνεις εκεί.
7. Και τώρα η δύσκολη ερώτηση: γιατί μένεις;
Όχι γιατί τον θέλεις. Αυτό είναι προφανές.
Αλλά γιατί μένεις σε κάτι που δεν μπορεί να σου δώσει αυτό που χρειάζεσαι;
Εκεί αρχίζει η πραγματική δουλειά.
Μπορεί να είναι:
- φόβος μοναξιάς
- ανάγκη για επιβεβαίωση
- εθισμός στο δράμα
- ή απλά… συνήθεια
Και κάπου εδώ έρχεται η πιο άβολη αλήθεια:
Δεν ερωτευόμαστε πάντα αυτό που μας κάνει καλό.
Ερωτευόμαστε αυτό που μας είναι οικείο.
# 8. Μπορεί να αλλάξει αυτό;
Ναι. Αλλά όχι με “θα προσπαθήσω να διαλέγω καλύτερα”.
Αυτό είναι σαν να λες “θα σταματήσω να αγχώνομαι”.
Η αλλαγή έρχεται όταν:
- αναγνωρίζεις τα μοτίβα σου
- καταλαβαίνεις από πού προέρχονται
- δουλεύεις την αυτοεκτίμηση σου
- αντέχεις την ασφάλεια (που στην αρχή μοιάζει βαρετή)
Γιατί ναι οι υγιείς σχέσεις δεν έχουν πάντα ένταση. Δεν σε κρατάνε σε αγωνία. Δεν σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν αξίζεις.
Και αυτό, για κάποιον που έχει μάθει αλλιώς, μπορεί να φαίνεται… ύποπτο.
9. Ένα τελευταίο, ενοχλητικά ειλικρινές συμπέρασμα
Δεν ερωτεύεσαι τον απρόσιτο επειδή είναι ξεχωριστός.
Τον ερωτεύεσαι γιατί κάτι μέσα σου νιώθει άνετα στο να μην τον έχει.
Και μέχρι να δεις αυτό το κομμάτι όχι με ενοχή, αλλά με κατανόηση θα συνεχίσεις να γράφεις την ίδια ιστορία με διαφορετικό όνομα.
Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι:
“Γιατί ερωτεύομαι αυτούς που δεν μπορώ να έχω;”
Αλλά:
“Τι φοβάμαι να έχω πραγματικά;”
Και εκεί, κάπου ανάμεσα στην ειλικρίνεια και τον εκνευρισμό, ξεκινάει η αλλαγή.
