Skip to main content
Loading

THE X

0%

politika

13 χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, το σκοτάδι δεν έγινε Ιστορία

Αλκοολικός Δημοσιογράφος18 Σεπτεμβρίου 2026 στις 01:06 μ.μ.
13 χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, το σκοτάδι δεν έγινε Ιστορία
Οι ιδέες που οδήγησαν στη δολοφονία δεν εξαφανίστηκαν. Άλλαξαν πρόσωπο, λεξιλόγιο και τρόπο παρουσίας. Και κάποιοι εξακολουθούν να επιχειρούν να εμφανιστούν ως «σωτήρες».

Έχουν περάσει 13 χρόνια από εκείνη τη νύχτα στο Κερατσίνι.

Λένε πως για να αναλύσεις την Ιστορία χρειάζεται απόσταση. Να περάσει ο χρόνος, να καταλαγιάσουν τα πάθη, να μπουν τα γεγονότα στη θέση τους και να απομείνει η ψύχραιμη αποτίμηση.

Για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όμως, δεν χρειάζεται να περιμένουμε άλλο.

Γιατί η 18η Σεπτεμβρίου 2013 δεν είναι απλώς μία ημερομηνία. Είναι η στιγμή κατά την οποία ένα πολιτικό μόρφωμα που για χρόνια επιχειρούσε να κρύψει το πραγματικό του πρόσωπο βρέθηκε αντιμέτωπο με τις συνέπειες της δράσης του.

Ο Παύλος Φύσσας δολοφονήθηκε στο Κερατσίνι από τον Γιώργο Ρουπακιά. Η υπόθεση αποτέλεσε σημείο καμπής στην αποκάλυψη της δράσης της Χρυσής Αυγής και ακολούθησε η μεγάλη δικαστική διαδικασία που κατέληξε στην καταδίκη της ηγεσίας της ως διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης.

Και κάπου εκεί τελειώνει η δυνατότητα της ιστορικής αμφιβολίας.

Όχι, όμως, και η ανάγκη της μνήμης.

Το πρόσωπο που δεν ήταν ποτέ πραγματικά κρυφό

Η Χρυσή Αυγή δεν εμφανίστηκε από το πουθενά.

Ήδη από τη δεκαετία του 1980, ο ιδεολογικός της πυρήνας ήταν δημόσιος. Σε κείμενα του Νίκου Μιχαλολιάκου υπήρχαν αναφορές στον εθνικοσοσιαλισμό, στον αντικαπιταλισμό και στον αντικομμουνισμό, με τρόπο που σήμερα δεν αφήνει πολλά περιθώρια για παρερμηνείες ως προς τις ιδεολογικές καταβολές της οργάνωσης.

Για χρόνια, όμως, η εικόνα αυτή παρέμενε στο περιθώριο.

Μέχρι που ήρθε η οικονομική κρίση.

Η κοινωνική οργή, η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, η ανασφάλεια και η διάψευση προσδοκιών δημιούργησαν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η Χρυσή Αυγή κατάφερε να μετατρέψει τον θυμό σε πολιτική επιρροή.

Πούλησε την εικόνα της «κάθαρσης».

Ένα μείγμα εθνικισμού, ξενοφοβίας, επιθετικής ρητορικής και επίκλησης μιας εξιδανικευμένης αρχαιότητας παρουσιάστηκε ως απάντηση σε όλα.

Η πολιτική κανονικότητα παρουσιάστηκε ως αδυναμία.

Η βία ως δύναμη.

Ο τραμπουκισμός ως «αντριλίκι».

Η διαφορετικότητα ως απειλή.

Και πίσω από τις τηλεοπτικές εμφανίσεις, τις φωτογραφίες και τις δημόσιες δηλώσεις υπήρχε η δράση των οργανωμένων πυρήνων.

Εκεί όπου η κάμερα δεν υπήρχε, η ρητορική μπορούσε να μετατραπεί σε πράξη.

Η νύχτα που δεν μπορούσαν πλέον να κρυφτούν

Ο Παύλος Φύσσας δεν ήταν ένας τυχαίος στόχος για όσους τον δολοφόνησαν.

Ήταν γνωστός για την αντιφασιστική του δράση και την πολιτική του τοποθέτηση. Το βράδυ της 17ης προς 18η Σεπτεμβρίου 2013 βρισκόταν μαζί με την παρέα του στην καφετέρια «Κοράλλι» στο Κερατσίνι, όταν η κατάσταση άρχισε να κλιμακώνεται.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ενημερώθηκαν μέλη της Χρυσής Αυγής στη Νίκαια.

Ακολούθησε η συγκέντρωση μελών της οργάνωσης στην περιοχή.

Και λίγο αργότερα ο Παύλος Φύσσας βρέθηκε θανάσιμα τραυματισμένος.

Ο Γιώργος Ρουπακιάς συνελήφθη στο σημείο.

Η υπόθεση δεν μπορούσε πλέον να κρυφτεί πίσω από συνθήματα, κομματικά γραφεία και τηλεοπτικά πάνελ.

Το πραγματικό πρόσωπο είχε βγει στο φως.

«Είμαι δικός σας»

Υπάρχει μια εικόνα από εκείνη τη νύχτα που έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη.

Ο Παύλος Φύσσας, βαριά τραυματισμένος, υπέδειξε στους αστυνομικούς τον άνθρωπο που τον είχε χτυπήσει.

Ο Ρουπακιάς βρισκόταν στο σημείο.

Τα υπόλοιπα δεν θα τα κρίνει ένα άρθρο. Τα έκρινε η Δικαιοσύνη, μέσα από μια πολυετή διαδικασία και ένα τεράστιο όγκο στοιχείων.

Όμως εκείνη τη νύχτα συνέβη κάτι ακόμη.

Η Χρυσή Αυγή έχασε οριστικά τη δυνατότητα να ισχυρίζεται ότι η βία ήταν απλώς μια «παρεξήγηση» που αφορούσε κάποιους μεμονωμένους ανθρώπους.

Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες, οι οργανωτικές σχέσεις, οι μαρτυρίες, το φωτογραφικό υλικό και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας αποτέλεσαν αντικείμενο της δικαστικής αξιολόγησης.

Η υπόθεση έφτασε εκεί που ήταν αναπόφευκτο να φτάσει:

Στο εδώλιο.

«Είμαι δικός σας»

Υπάρχει μια εικόνα από εκείνη τη νύχτα που έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη.

Ο Παύλος Φύσσας, βαριά τραυματισμένος, υπέδειξε στους αστυνομικούς τον άνθρωπο που τον είχε χτυπήσει.

Ο Ρουπακιάς βρισκόταν στο σημείο.

Τα υπόλοιπα δεν θα τα κρίνει ένα άρθρο. Τα έκρινε η Δικαιοσύνη, μέσα από μια πολυετή διαδικασία και ένα τεράστιο όγκο στοιχείων.

Όμως εκείνη τη νύχτα συνέβη κάτι ακόμη.

Η Χρυσή Αυγή έχασε οριστικά τη δυνατότητα να ισχυρίζεται ότι η βία ήταν απλώς μια «παρεξήγηση» που αφορούσε κάποιους μεμονωμένους ανθρώπους.

Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες, οι οργανωτικές σχέσεις, οι μαρτυρίες, το φωτογραφικό υλικό και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας αποτέλεσαν αντικείμενο της δικαστικής αξιολόγησης.

Η υπόθεση έφτασε εκεί που ήταν αναπόφευκτο να φτάσει:

Στο εδώλιο.

Από τα «καθαρά χέρια» στη δικαστική αίθουσα

Για χρόνια η εικόνα που καλλιεργούσε η οργάνωση ήταν εκείνη των ανθρώπων που εμφανίζονταν ως «αντισυστημικοί», ως τιμωροί και ως φορείς μιας υποτιθέμενης ηθικής ανωτερότητας.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική.

Το 2020, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών έκρινε τη Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση και καταδίκασε την ηγεσία της για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης.

Η δικαστική απόφαση αποτέλεσε ιστορικό ορόσημο.

Όχι επειδή εξαφάνισε τις ιδέες που γέννησαν το μίσος.

Αλλά επειδή κατέγραψε θεσμικά κάτι που η κοινωνία είχε ήδη αρχίσει να αντιλαμβάνεται:

ότι πίσω από το πολιτικό προσωπείο υπήρχε οργανωμένη εγκληματική δράση.

Το επικίνδυνο λάθος είναι να πιστέψουμε ότι τελείωσε

Δεκατρία χρόνια μετά, υπάρχει ένας πειρασμός.

Να κοιτάξουμε πίσω και να πούμε ότι «όλα αυτά τελείωσαν».

Δεν είναι τόσο απλό.

Οι οργανώσεις μπορούν να διαλυθούν. Τα σύμβολα μπορούν να εξαφανιστούν από τις πλατείες. Τα γραφεία μπορούν να κλείσουν. Οι πρωταγωνιστές μπορούν να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη.

Οι ιδέες, όμως, δεν εξαφανίζονται επειδή καταδικάστηκε μια οργάνωση.

Μπορούν να επιστρέψουν με άλλο όνομα.

Με διαφορετικό λεξιλόγιο.

Με λιγότερο εμφανή σύμβολα.

Με περισσότερη προσπάθεια να παρουσιαστούν ως «κανονική» πολιτική πρόταση.

Και κυρίως μπορούν να επιστρέψουν πάνω στην ίδια κοινωνική πρώτη ύλη: την οργή, την ανασφάλεια, την απογοήτευση, τον φόβο και την αίσθηση ότι κανείς δεν ακούει.

Γι' αυτό η μνήμη του Παύλου Φύσσα δεν είναι μια τελετουργία.

Δεν είναι ένα λουλούδι μία φορά τον χρόνο.

Δεν είναι μία ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα.

Είναι πολιτική και δημοκρατική μνήμη.

Ο Παύλος δεν ήταν σύμβολο επειδή δολοφονήθηκε

Ο Παύλος Φύσσας ήταν άνθρωπος.

Είχε φωνή, μουσική, φίλους, οικογένεια, ιδέες.

Και δολοφονήθηκε επειδή βρέθηκε απέναντι σε έναν κόσμο που θεωρούσε τη βία πολιτικό εργαλείο.

Αυτό είναι το σημείο που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις επετείους.

Γιατί η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο.

Επαναλαμβάνει όμως συχνά τις συνθήκες που επιτρέπουν σε επικίνδυνες ιδέες να επιστρέφουν.

Γι' αυτό και 13 χρόνια μετά δεν αρκεί να θυμόμαστε ποιος ήταν ο Παύλος Φύσσας.

Πρέπει να θυμόμαστε και γιατί δολοφονήθηκε.

Και κυρίως να μην ξεχνάμε ποιοι ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι μπορούσαν να επιβάλουν τις ιδέες τους με φόβο και βία.

Η δημοκρατία δεν προστατεύεται επειδή κάποτε κέρδισε μια δικαστική μάχη.

Προστατεύεται κάθε μέρα.

Με μνήμη.

Με γνώση.

Με δημοκρατική εγρήγορση.

Και με την καθαρή συνείδηση ότι κανένας επίδοξος «σωτήρας» δεν γίνεται λιγότερο επικίνδυνος επειδή έμαθε να κρύβει καλύτερα το πραγματικό του πρόσωπο.

13 χρόνια μετά, το μήνυμα παραμένει απλό:

Ούτε λήθη. Ούτε εξίσωση. Ούτε επιστροφή στο σκοτάδι.

Ο Παύλος Φύσσας δεν ξεχνιέται.

Τα Ίχνη

Κανένα ίχνος ακόμα...